Η Κως ήταν ένα νησί που την εποχή του 5ου π.Χ. αι. επηρεάστηκε πολύ από τη δύναμη της Αθήνας. Η πόλη της Κω θεμελιώθηκε το 366 π.Χ. με βάση το Iπποδάμιο πολεοδομικό σύστημα. Η αρχαία πόλη χωριζόταν σε μεγάλα οικοδομικά τετράγωνα, με αποχετευτικό σύστημα και υδρευτικές εγκαταστάσεις, οι οποίες ακολουθούσαν την κατεύθυνση των άστρων.

Τα σπίτια την εποχή εκείνη σε όλο τον ελλαδικό χώρο δεν διέφεραν μεταξύ τους. Οι δημοκρατικές αρχές δεν άφηναν περιθώρια στο άτομο να αναδείξει τον πλούτο του, δεν το εμπόδιζαν όμως να τον κατέχει. Οι δωρεές προς το κράτος και οι χορηγίες ήταν ο τρόπος που οι πλούσιοι πολίτες μπορούσαν να δοξαστούν και να τιμηθούν από τους συμπολίτες τους. Οι άνθρωποι που δεν είχαν αρκετούς πόρους να χτίσουν δικό τους σπίτι, μπορούσαν να νοικιάσουν ένα χώρο στις πολυκατοικίες της εποχής που λέγονταν συνοικίες. ΄Οσοι είχαν οικονομική άνεση, μπορούσαν να χτίσουν το δικό τους σπίτι και να ζήσουν με την οικογένεια και τους δούλους τους.

Όπως αναφέρει ο ρήτορας Δημοσθένης, στο δημοκρατικό πολίτευμα οι πολίτες ήταν σώφρονες και τηρούσαν αυστηρά το ήθος της δημοκρατίας. ΄Ετσι, το σπίτι του Περικλή, του Μιλτιάδη και του Αριστείδη δεν διέφερε σε τίποτα από εκείνο οποιουδήποτε άλλου συμπολίτη τους. Και πραγματικά οι ανασκαφές σε όλη την Ελλάδα απέδειξαν πως τα σπίτια την εποχή του 5ου π.Χ. αιώνα δεν φανέρωναν πλούτο, δύναμη ή μόρφωση.

Τα υλικά που χρησιμοποιούσαν στην κατασκευή των σπιτιών ήταν εκείνα που έβρισκαν σε αφθονία στη φύση γύρω τους. Η ντόπια πέτρα, το μάρμαρο, τα ξύλα από τα δένδρα, ο πηλός και τα άχυρα συνέθεταν την αρχαία ελληνική κατοικία. Η διαφορά στην αρχιτεκτονική των δημόσιων κτιρίων με τα ιδιωτικά ήταν ο αρχιτεκτονικός και διακοσμητικός πλούτος που χαρακτήριζε τα δημόσια, σε αντίθεση με τις ιδιωτικές κατοικίες που παρουσίαζαν μια προσεγμένη, αλλά λιτή εικόνα.

Η αρχιτεκτονική των σπιτιών δανείστηκε όμως από τα δημόσια κτήρια τη Στοά. Έτσι δημιουργείται μέσα στο χώρο του σπιτιού αυλή με περιστύλιο. Στο χώρο της αυλής δημιουργούνται δωμάτια που χρησιμοποιούνται ως αποθήκη, στάβλος ή εργαστήριο. Ο ένοικος μπορούσε να πουλάει τα αγαθά του από το δωμάτιο που το παράθυρό του έβλεπε στην αυλή. Στην αυλή καθημερινά γινόταν η θυσία στους θεούς και οι γυναίκες μαγείρευαν έξω όταν ο καιρός το επέτρεπε. Αλλιώς η εστία που ήταν μέσα στο κέντρο του σπιτιού εξυπηρετούσε στη συγκέντρωση των μελών της οικογένειας. Το λουτρό το βρίσκουμε στην βόρεια πλευρά του σπιτιού πλάι στην εστία.

Στις ανασκαφές έχουν βρεθεί πήλινοι λουτήρες που χρησίμευαν για την ατομική καθαριότητα των ενοίκων. Πλάι στο λουτρό υπάρχει μικρός χώρος που χρησιμεύει ως κουζίνα και χώρος για τα οικιακά σκεύη. Ο Ανδρώνας, το πιο φημισμένο δωμάτιο της εποχής εκείνης ήταν ανεξάρτητος από το κυρίως σπίτι και σε αυτόν έμπαινε κανείς από την αυλή. Τα μεγαλύτερα συμπόσια της εποχής γίνονταν σε ιδιωτικούς Ανδρώνες και σε αυτά έπαιρναν μέρος μόνο οι καλεσμένοι του ιδιοκτήτη. Στις γυναίκες του σπιτιού απαγορευόταν να πάρουν μέρος στα συμπόσια.

Τα Συμπόσια ήταν μικρές ιδιωτικές γιορτές στις οποίες οι παρευρισκόμενοι έπιναν κρασί «συν πόση» και φιλοσοφούσαν για διάφορα θέματα που τους απασχολούσαν. Στο δάπεδο του Ανδρώνα βρίσκουμε ψηφιδωτό από βότσαλα και στους τοίχους πολύχρωμη διακόσμηση. Ένα από τα πλέον ονομαστά συμπόσια της ιστορίας είναι αυτό που περιγράφει ο Πλάτωνας, στο ομότιτλο έργο του. Μια φιλοσοφική συζήτηση περί έρωτος στην οποία πήραν μέρος ο Σωκράτης, ο Αλκιβιάδης, ο Αριστοφάνης και άλλοι, λιγότερο φημισμένοι, Έλληνες φιλόσοφοι. Σε αυτό το σύγγραμμα μπορεί κανείς να θαυμάσει την έννοια του διαλόγου και της ελευθερίας της έκφρασης που τόσο σπουδαία ήταν για τους αρχαίους Έλληνες.

Γυρνώντας στην περιγραφή του αρχαίου ελληνικού σπιτιού και μπαίνοντας στην εστία, συναντάμε μια σκάλα που μας οδηγεί στον επάνω όροφο. Εκεί βρίσκουμε το γυναικωνίτη, το δωμάτιο του ζευγαριού και τον ιστιώνα, το χώρο που ύφαιναν τα ρούχα τους οι γυναίκες και περνούσαν τον περισσότερο χρόνο της ζωής τους. Η γυναίκα στην αρχαία Ελλάδα ζούσε όπως ζούσαν οι γυναίκες πριν 200 χρόνια στα χωριά και τις κωμοπόλεις.

Είχαν το νοικοκυριό τους σε πλήρη έλεγχο, έπαιρναν μέρος στις τελετές, στις γιορτές, στις εργασίες και σε πολλές πτυχές της ζωής μέσα στην κοινωνία. Σε καμία περίπτωση δεν ήταν κλεισμένες και υποδουλωμένες στους συζύγους τους. Απλά δεν μπορούσαν να πάρουν μέρος στις πολιτικές αποφάσεις όπως οι άνδρες. Παρόλα αυτά είχαν νόμους που τις προστάτευαν και τις καθιστούσαν ανεξάρτητες ακόμα και αν ο πατέρας τους πέθαινε, ή αυτές χώριζαν τον άνδρα τους και μάλιστα είχαν δικαίωμα να ζητήσουν την προίκα τους πίσω.

Γυρνώντας πίσω στη μορφή της κατοικίας το χρυσό αιώνα και παρατηρώντας την οικοδυναμική, διαπιστώνουμε πως κάθε κτίριο είχε συγκεκριμένο προσανατολισμό, ανάλογα με τη χρήση του. Π.χ. οι βιβλιοθήκες έβλεπαν στην ανατολή για να μπορεί ο ήλιος να κρατάει το κτίριο ζεστό όλη την ημέρα ώστε να προστατεύονται τα βιβλία από την υγρασία. Τα σπίτια έβλεπαν στο νότο, έτσι ώστε το χειμώνα να έχει ζέστη και το καλοκαίρι δροσιά και σκιά.

Ο Ιπποκράτης, μεγάλος γνώστης της επίδρασης των καιρικών συνθηκών στην υγεία των ανθρώπων, στο έργο του «Περί ανεμών και υδάτων», εξηγεί με ποιο τρόπο μας επηρεάζουν οι άνεμοι και τα υπόγεια ύδατα στον τόπο που ζούμε.

Πέρα από τον προσανατολισμό που κατά βάση ήταν ο ίδιος σε όλη την Ελλάδα, οι κατοικίες δεν κτίζονταν ομοιόμορφες. Παρά τις ομοιότητες που βρίσκουμε, υπάρχουν και πολλές διαφορές που οφείλονται σε γεωγραφικούς λόγους. Τα κοινά στοιχεία όπως η πλακόστρωτη αυλή με το περιστύλιο και ο βωμός, τα καθιστούν αναπόσπαστο κομμάτι της οικιακής ζωής.

Οι πόλεις τον 5ο αιώνα, με τη δομή τους, τόσο την ιδιωτική όσο και τη δημόσια, ανέδειξαν την αξία της δημόσιας ζωής και δημιούργησαν το δημοκρατικό πολίτευμα.

Η ατομικότητα δεν υπήρχε στο βαθμό που την γνωρίζουμε εμείς. Το σπίτι εξυπηρετούσε ανάγκες, οι οποίες δεν ήταν πάντα ίδιες για όλους. Η ανάγκες τους ήταν η συνεύρεση, που μέσα από το διάλογο τους οδήγησε στην ανάπτυξη του εμπορίου, την άνθιση της οικονομίας αλλά και της φιλοσοφίας, των επιστημών και των τεχνών. Και αυτά τα αγαθά ο αρχαίος πολίτης τα γεύθηκε μαζί με τους συμπολίτες του στους δρόμους, στις στοές, στα θέατρα, στα γυμναστήρια, στις βιβλιοθήκες, στους ναούς και στις τελετές.

Το σπίτι ήταν το καταφύγιο, έτσι μετά από μια έντονη καθημερινότητα, ο αρχαίος πολίτης της πόλεως – κράτους, για να μη στερηθεί τη μαγεία της νύχτας, καλούσε τους φίλους του και ανέλυε με κρασί και μουσική τα κοινωνικά δρώμενα και ξεκινούσε την περιπλάνηση στα μονοπάτια της σοφίας. Οι γυναίκες, τα παιδιά και οι δούλοι που ετοίμαζαν το συμπόσιο, παρακολουθούσαν τους διαλόγους από μακριά, μια που δεν επιτρεπόταν να συμμετέχουν σ΄αυτό.